λίπος


λίπος
[липос] ουσ. о. жир

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λίπος" в других словарях:

  • λίπος — animal fat neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίπος — το (AM λίπος, ους) ουσία ζωικής ή φυτικής προέλευσης, μη πτητική, αδιάλυτη στο νερό, ελαιώδης ή γλοιώδης στην αφή, κν. πάχος (α. «φυτικό λίπος» β. «ζωικό λίπος» γ. «λίπος ἐλαίας», Σοφ.) νεοελλ. 1. (ανατ. φυσιολ.) το σύνολο ή μέρος τού λιπώδους… …   Dictionary of Greek

  • λίπος — το ους 1. παχύρρευστη ουσία που υπάρχει κάτω από το δέρμα, το πάχος, το ξίγκι: Το χοιρινό κρέας έχει πολύ λίπος. 2. κάθε παρόμοια ουσία: Τα φυτικά λίπη είναι πιο υγιεινά από τα ζωικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λίπος ή λιπώδης ιστός — Ένας από τους ιστούς που συνιστούν τον οργανισμό. Διαμοιράζεται στον υποδόριο ιστό και συσσωρεύεται κυρίως σε ορισμένες περιοχές του σώματος, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την ατομική κατασκευή, ενώ απουσιάζει από άλλες. Συμβάλλει αισθητά… …   Dictionary of Greek

  • λίπει — λίπος animal fat neut nom/voc/acc dual (attic epic) λίπεϊ , λίπος animal fat neut dat sg (epic ionic) λίπος animal fat neut dat sg λιπάω to be sleek pres imperat act 2nd sg (attic epic ionic) λιπάω to be sleek imperf ind act 3rd sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίπη — λίπος animal fat neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) λίπος animal fat neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) λίπτομαι to be eager aor ind mp 3rd sg (homeric ionic) λιπάω to be sleek pres imperat act 2nd sg (doric) λιπάω to be sleek pres imperat… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίπεος — λίπος animal fat neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίπευς — λίπος animal fat neut gen sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίπους — λίπος animal fat neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όλπη — ὄλπη και ὄλπις, ιος και ιδος, και δωρ. τ., ὄλπα, ἡ (Α) 1. δοχείο λαδιού, συνήθως από δέρμα, για χρήση από τους αθλητές στην παλαίστρα 2. η λήκυθος τών κυνικών φιλοσόφων 3. λαγήνι, κανάτι κρασιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ὄλπη ανάγεται στην ετεροιωμένη… …   Dictionary of Greek